Τετάρτη, 28 Φεβρουαρίου, 2024

Κώστας Φραντζέσκος: «Όταν κάνεις αυτό που αγαπάς δεν κοιτάς το χρώμα»

Αν αγαπάς κάτι άστο να φύγει. Αν το αγαπάς πάρα πολύ άρπαξέ το και μην το αφήσεις ποτέ στην ζωή σου. Αυτή είναι και η σχέση του Κώστα Φραντζέσκου με το ποδόσφαιρο. Μια διαδρομή γεμάτη χαρές και λύπες για έναν άνθρωπο που λάτρεψε και εξακολουθεί να λατρεύει το άθλημα. Μιλώντας για την καριέρα του και το ελληνικό ποδόσφαιρο εκφράζει την ευγνωμοσύνη του για όσα έζησε και συνάμα το παράπονό του για τoν δρόμο που έχει πάρει το άθλημα στην χώρα μας.

Έχει υπάρξει ένας από τους πιο ταλαντούχους μεσοεπιθετικούς παίκτες που έχει βγάλει η Ελλάδα. Με διαφορά ο καλύτερος όσον αφορά τις εκτελέσεις φάουλ που ήταν και η «σπεσιαλιτέ» του. Αγωνίστηκε με την ίδια επιτυχία τόσο στον Παναθηναϊκό όσο και στον ΠΑΟΚ μεταξύ άλλων δεχόμενος την καθόλικη εκτίμηση του κόσμου.

Ο Κώστας Φραντζέσκος αγάπησε και εξακολουθεί να αγαπάει αυτό που κάνει παραμένοντας ένας αθεράπευτα ρομαντικός με το ποδόσφαιρο. Πονάει που το βλέπει να κατρακυλάει και αναρωτιέται γιατί δεν μπορεί να σταματήσει αυτό. Σε μια συνέντευξη, που εξελίχθηκε σε πολύ όμορφη και εποικοδομητική συζήτηση, έκανε μια αναδρομή στην πλούσια καριέρα του και μίλησε για τα προβλήματα που ταλανίζουν το ελληνικό ποδόσφαιρο.

Συνέντευξη στον Αργύρη Μαρδάνη

 

Το ξεκίνημα και η ποδοσφαιρική καριέρα στον Παναθηναϊκό

  • Στην καριέρα σας καταφέρατε να ταυτιστείτε με δύο πολύ μεγάλες ομάδες, πέρα από τον ΟΦΗ. Πόσο εύκολο είναι αυτό για έναν ποδοσφαιριστή; Να είναι το ίδιο αγαπητός σε δύο ομάδες παρά την αντιπαλότητά τους;

«Όταν θέλεις να αφήσεις το στίγμα σου και να κάνεις αυτό που αγαπάς δεν κοιτάς μόνο το χρώμα. Κοιτάς να κάνεις όσο μπορείς καλύτερα την δουλειά σου. Όταν δουλεύεις σε ένα σωματείο που σου προσφέρουν ό,τι μπορούν για να τους βοηθήσεις πρέπει και συ από την πλευρά σου να κάνεις τα πάντα και να εκτιμήσεις ότι κάποιοι άνθρωποι έχουν επενδύσει πάνω σου, έχουν πιστέψει σε εσένα και πρέπει να το ανταποδώσεις στο 100%. Αν είσαι υπεύθυνος για τον εαυτό σου όλα μπορείς να τα πετύχεις πιστεύω».

  • Ξεκινήσατε την καριέρα σας από τον ΠΑΟ το 1990 μεταβαίνοντας από την Βουλιαγμένη, ένα ερασιτεχνικό σωματείο. Πόσο εύκολο είναι για ένα παιδί που έχει αγωνιστεί αποκλειστικά σε ερασιτεχνικές κατηγορίες να μεταβαίνει απευθείας στο υψηλότερο επίπεδο και να μπαίνει στα βαθιά; Πως το διαχειριστήκατε;

«Δεν είναι καθόλου εύκολο. Πρέπει να ξέρεις που βρίσκεσαι, τη θέληση που έχεις και τους στόχους που βάζεις. Εάν πρώτος σου στόχος είναι το χρήμα και η δημοσιότητα δεν θα πετύχεις ποτέ τίποτα. Εάν αντιθέτως πρώτος σου στόχος είναι να κάνεις αυτό που αγαπάς, να γίνεις ποδοσφαιριστής και μέσα από το ποδόσφαιρο να δημιουργηθούν οι συνθήκες για μια καλύτερη ζωή τότε μπορείς να το πετύχεις. Σίγουρα με βοήθησαν πάρα πολύ οι άνθρωποι που βρίσκονταν τότε στην Βουλιαγμένη. Δουλεύαμε σε πολύ καλές εγκαταστάσεις και πολύ σοβαρά με τον κύριο Κώστα Ελευθεράκη. Κάναμε προπονήσεις που θα μπορούσα να σου πω χωρίς υπερβολές ζηλεύαν και ομάδες της Α’ κατηγορίας».

  • Ήσασταν καλός και σε κάποιο άλλο άθλημα ή σας κέρδισε κατευθείαν το ποδόσφαιρο;

«Ήμουν καλός και στο βόλεϊ. Ξεκίνησα από βόλεϊ στην γειτονιά. Έβλεπα τον εαυτό μου συνέχεια με μια μπάλα στα πόδια ή στα χέρια. Μετά με κέρδισε το ποδόσφαιρο. Σε άλλες εποχές τότε με πολύ κόσμο να κατεβαίνει στην γειτονιά και στις αλάνες. Γιατί τότε υπήρχαν οι αλάνες. Υπήρχαν τα ξερά γήπεδα. Ήμασταν τότε χωρίς υπερβολές όλη τη μέρα έξω και παίζαμε. Σίγουρα τότε μας βοήθησε αυτό. Ήταν ίσως και ένας λόγος που ανταποκρίθηκα και στον Παναθηναϊκό πιο εύκολα. Γιατί όλη την ημέρα γυμναζόμασταν».

  • Μια εποχή που είχε αποκτήσει μεγάλη δημοφιλία το μπάσκετ εξαιτίας της κατάκτησης του ευρωπαϊκού από την Εθνική. Ήταν όλοι με μια μπάλα μπάσκετ στα χέρια.

«Ακριβώς. Όλος ο κόσμος ήταν έξω και ασχολούνταν με τον αθλητισμό. Άλλοι ήταν στο μπάσκετ λόγω αυτού. Αλλά εκείνα τα χρόνια μην ξεχνάμε πως ήταν και οι μεγάλες ευρωπαϊκές πορείες του Παναθηναϊκού. Την δεκαετία του ‘80 κυρίως, κατόπιν του Ολυμπιακού, του Παναθηναϊκού πάλι, αργότερα της ΑΕΚ. Αυτές οι επιτυχίες κινούσαν τα μικρά παιδιά».

  • Τι είναι αυτό που σας έχει μείνει από τα χρόνια του Παναθηναϊκού; Η πιο καλή ανάμνηση και η πιο κακή;

«Όταν ξεκινάς με ένα όνειρο να γίνεις ποδοσφαιριστής, όταν ξεκινάς να κάνεις κοπάνες από το σχολείο να πηγαίνεις να βλέπεις τον Παναθηναϊκό του 85/86 στο ΟΑΚΑ, να βλέπεις τον Σαραβάκο, τον Μαυρίδη, τον Βλάχο και όλα αυτά τα παιδιά να παίζουν ποδόσφαιρο και εσύ να τους θαυμάζεις και να τους χειροκροτάς και να φωνάζεις γι’ αυτούς και ξαφνικά το 1990 να βρίσκεσαι από το πουθενά και να μοιράζεσαι τα ίδια αποδυτήρια μαζί τους είναι η μεγαλύτερη ευτυχία. Δεν μπορεί ποτέ να συγκριθεί αυτή η χαρά με οποιαδήποτε άλλη. Άλλη μεγάλη χαρά είναι φυσικά πως, ενώ ήμουν συμπαίκτης μαζί τους πανηγύρισα και ένα νταμπλ. Όχι μόνο έπαιξα την πρώτη μου χρονιά και ήμουν ενεργός, πήραμε και το νταμπλ. Αυτά σου μένουν».

«Αρνητικό είναι το γεγονός ότι έχασα το Μουντιάλ του ‘94 και δεν οφειλόταν σε μένα αυτό καθαρά. Δεν θα αναφέρω ποτέ τον λόγο, παρόλο που τον ξέρω. Δεν θέλω να εκθέσω ανθρώπους, δεν το έχω κάνει ποτέ στην ζωή μου και δεν θα το κάνω τώρα. Έχασα ένα Μουντιάλ χωρίς να ευθύνομαι εγώ. Για αγωνιστικούς λόγους που δεν κατάλαβα έμεινα εκτός και αναγκαστικά εκείνη την χρονιά έπρεπε να πάω κάπου να παίξω. Και γι’ αυτό πήγα στον ΟΦΗ. Πίστευα ότι κάποια στιγμή θα γυρνούσα ξανά στον ΠΑΟ μέσα σε αυτά τα τρία χρόνια που έκατσα στον ΟΦΗ, πίστευα ότι θα με έφερνε ο ΠΑΟ πίσω. Η πρώτη μου χρονιά στον ΟΦΗ ήταν τόσο καλή που πίστευα ότι θα γυρίσω αλλά αυτό δεν έγινε. Αυτή ήταν μια μεγάλη απογοήτευση.»

  • Πριν πάτε στον Παναθηναϊκό είχατε δοκιμαστεί στον Ολυμπιακό. Έχετε σκεφτεί πόσο διαφορετική μπορεί να ήταν η καριέρα σας;

«Δεν μπορείς να το ξέρεις. Αυτό είχε γίνει όταν ήμουν 15 χρονών. Έπαιζα στον Αετό Καλλιθέας, Γ’ ερασιτεχνικό, εκεί που γεννήθηκα και μεγάλωσα δηλαδή, στην Καλλιθέα, στις Τζιτζιφιές. Και αυτή τη φορά θα αναφέρω δημόσια το όνομα για πρώτη φορά. Ο Κώστας ο Βερνίκος ήταν τότε σε μια ομάδα στον Αίαντα Καλλιθέας και σε μια άλλη ανεξάρτητη ομάδα. Μου είπε ότι θα με πάει να δοκιμαστώ στου Ρέντη. Δεν το πίστευα. Και πήγα και δοκιμάστηκα. Ήταν ο Γεωργιάδης προπονητής τότε και ήταν και ο Σέστιτς τότε στον Ολυμπιακό. Η αλήθεια είναι ότι άφησα καλές εντυπώσεις, ήθελαν να με πάρουν. Αλλά όταν πήγαν να με πάρουν, ο Αετός Καλλιθέας ζήτησε 3 παίκτες από το ερασιτεχνικό και κάποια χρήματα οπότε ναυάγησε. Τότε το έμαθε ο κύριος Βαρδινογιάννης και κατευθείαν με πήγε στην Βουλιαγμένη που ήταν στην ουσία ομάδα του Παναθηναϊκού. Μέσα σε ένα βράδυ έγινε η μεταγραφή. Πήγα εκεί και έκατσα 5 χρόνια πριν πάω στον Παναθηναϊκό».

Το «σκαλοπάτι» του ΟΦΗ και το κεφάλαιο ΠΑΟΚ

  • Στον ΟΦΗ ωστόσο τα πήγατε καλά, είχατε καλούς συμπαίκτες και καλό κλίμα. Έναν καλό προπονητή, ενώ βγήκατε και στο ΟΥΕΦΑ.

«Ήταν ένα άλλο σωματείο, ήταν ένας σύλλογος – οικογένεια. Πιο οικογενειακή κατάσταση, ήταν όλα πολύ κοντά, στην καθημερινότητα σου όπου και αν πήγαινες έπεφτες πάνω σε κάποιον συμπαίκτη σου ή προπονητή. Από το πρωί μέχρι το βράδυ πάντα κοντά ήσουν με τον οποιονδήποτε. Συνεπώς η σχέση μας πέρα από αγωνιστική ήταν και εξωαγωνιστική. Και αυτό μας έδενε πιο πολύ».

  • Οι καλές σας εμφανίσεις στον ΟΦΗ δεν οδήγησαν στην επιστροφή στον ΠΑΟ αλλά στην μεταγραφή στον ΠΑΟΚ. Πως πήρατε την απόφαση να πάτε στον ΠΑΟΚ και με τι προσδοκίες;

«Ήταν Ιανουάριος όταν έγινε και η μεταγραφή και στην αρχή ήμουν πολύ διστακτικός στο να πάω να σου πω την αλήθεια. Και αυτό διότι στην βαθμολογία τότε ο ΠΑΟΚ ήταν 10ος και ο ΟΦΗ 2ος πίσω από τον Ολυμπιακό. Έμενε ένα εξάμηνο για να μείνω ελεύθερος από τον ΟΦΗ και να απεμπλακώ και από τον Παναθηναϊκό. Το καλοκαίρι θα ήμουν απολύτως ελεύθερος να πάω όπου ήθελα. Αλλά η επιμονή και η θέληση των ανθρώπων του ΠΑΟΚ, το πρότζεκτ που μου παρουσίασαν και το πως θέλουν να πάει η ομάδα με έπεισαν και έτσι έγινε η μεταγραφή. Στις συναντήσεις που είχα κάνει με τον κύριο Ορφανό, του έδειχνα ότι ήθελα να το τρενάρουμε και να το πάμε για το καλοκαίρι. Ο ίδιος ήθελε μου έλεγε εδώ και τώρα, θα πάρουμε και έναν παίκτη από τον Παναθηναϊκό (Σπύρος Μαραγκός). Και το τρέναρα συνεχώς αλλά τελικά ανέβηκα στην Αθήνα για διακοπές Χριστουγέννων και δεν ξανακατέβηκα στην Κρήτη. Έφυγα κατευθείαν για Θεσσαλονίκη. Δεν το μετάνιωσα ποτέ όπως αποδείχθηκε και αν μη τι άλλο είμαι πολύ περήφανος που φόρεσα αυτήν την φανέλα γιατί είναι ένας πάρα πολύ μεγάλος σύλλογος. Το έχω δηλώσει επανειλημμένως όπως το έκανα και τότε ότι ΠΑΟΚ δεν ήμουν ποτέ».

  • Φάνηκε εξάλλου από την στιγμή που έχετε δηλώσει τις οπαδικές σας προτιμήσεις, ότι η αγάπη του κόσμου του ΠΑΟΚ δεν έχει επηρεαστεί από αυτό.

«Το θέμα δεν είναι να δείξεις οπαδιλίκι. Το θέμα είναι να δείξεις αληθινός, να αγαπάς και να σέβεσαι το σήμα κάθε συλλόγου που αγωνίζεσαι. Το πιο σημαντικό πράγμα στην ζωή μου ήταν αυτό για μένα. Τα παράσημα και το πτυχίο που παίρνεις από το ποδόσφαιρο είναι να πηγαίνεις σε κάθε γήπεδο και να μην έχεις κανένα πρόβλημα. Δεν προκάλεσα ποτέ στην καριέρα που είχα με εξαίρεση μια – δυο φορές από τα νεύρα μου αλλά τίποτα παραπάνω».

  • Αποδεικνύεται από το γεγονός ότι καταφέρατε να κερδίσετε τον κόσμο του ΠΑΟΚ που είναι γενικά δύσκολος.

«Δύσκολο το κάνουμε εμείς οι ίδιοι. Αν είσαι αληθινός ο κόσμος θα σε αγαπήσει. Αν πας να κοροϊδέψεις, αν πας να δείξεις οπαδιλίκι και τα σχετικά θα σε αγαπήσουν αλλά θα σε αγαπήσουν πρόσκαιρα. Δεν είναι αληθινό αυτό. Κάτι αληθινό χτίζεται και δεν αγοράζεται».

  • Τι έλειψε από τον ΠΑΟΚ την τριετία που βρεθήκατε εκεί και δεν καταφέρατε να φτάσετε σε έναν τίτλο;

«Η σταθερότητα. Για να πετύχεις κάποιους στόχους θα πρέπει να υπάρχει σταθερότητα. Και όταν θέλεις να χτίσεις κάτι, δεν χτίζεις από τον 6ο όροφο. Χτίζεις από το ισόγειο, από τα θεμέλια για να είναι σταθερό. Αυτές εκεί οι χρονιές πιστεύω ήταν τα θεμέλια για να πετύχει ό,τι πέτυχε στην συνέχεια ο ΠΑΟΚ. Όλα τα παιδιά που αγωνιστήκαμε τότε στην ομάδα είμαστε περήφανα που προσφέραμε έστω και λίγο ώστε να χτιστεί αυτό το πράγμα που έκανε ο ΠΑΟΚ. Να πάρει δηλαδή το πρωτάθλημα, να πάρει τα Κύπελλα και να βγαίνει στην Ευρώπη διαρκώς».

  • Φέτος κάνει μια αρκετά διαφορετική πορεία παίρνοντας την απόφαση να στηριχθεί κυρίως σε νεαρά παιδιά και «θυσιάζοντας» μια χρονιά.

«Όλα αυτά που χτίζεις τα αφήνεις στην άκρη και πας να χτίσεις ένα άλλο εντελώς οικοδόμημα. Με νεαρά παιδιά, με βάθος χρόνου δουλειάς. Γιατί δεν μπορείς του χρόνου να ζητάς πρωτάθλημα όταν κάνεις φέτος αυτό το εγχείρημα. Δεν γίνεται. Και όποιος το πει θα είναι ψεύτης. Χρειάζεται βάθος χρόνου. Θέλει μια τριετία, τετραετία να γίνει κάτι τέτοιο. Το να πας ή να είσαι κοντά για το πρωτάθλημα ναι. Αλλά το να το ζητήσεις απεγνωσμένα όχι. Δεν μπορεί να γίνει αυτό το πράγμα. Θα είναι απίστευτο και απίθανο. Μακάρι να γίνει όμως. Άμα γίνει θα είναι όνειρο και πάνω σε αυτό μπορούν να ξαναχτιστούν πράγματα. Είμαι υπέρ σε αυτό που κάνει αλλά θέλει υπομονή».

  • Την έχουμε σαν λαός;

«Ο Έλληνας δεν το έχει πολύ. Ωστόσο, αν δει ότι πάνω σε αυτές τις κινήσεις γίνονται κάποιες διορθωτικές, κάποιες ενισχυτικές κινήσεις από έμπειρους παίκτες (γιατί δεν γίνεται μόνο με νεαρά παιδιά) και παίρνεις αξιόλογους έμπειρους παίκτες, θα το στηρίξει ο κόσμος. Και πιστεύω θα έχει την υπομονή».

  • Πιστεύετε ότι αυτά τα πρότζεκτ όπως του ΠΑΟΚ τώρα ή του Παναθηναϊκού παλαιότερα είναι αποτέλεσμα προγραμματισμού ή είναι περισσότερο ένα αναγκαστικό μέτρο;

«Για τον ΠΑΟΚ αυτήν την στιγμή δεν ξέρω γιατί έγινε αυτό. Αλλά για τον Παναθηναϊκό τότε, επειδή ήμουν και στον σύλλογο, αυτό έγινε αναγκαστικά λόγω οικονομικής πολιτικής. Δεν μπορούσε να προχωρήσει κάπως διαφορετικά. Και όταν στηρίχθηκε μόνο σε πολύ νεαρά παιδιά, φάνηκε ότι δεν μπορούσαν. Και γι’ αυτό και βρέθηκαν κάποιες γενιές από τις ακαδημίες που ενώ ήταν πολύ καλοί ποδοσφαιριστές και στο υπογράφω, δεν μπορούσαν να βγουν στην επιφάνεια γιατί δεν μπορούσαν να στηριχθούν από τους πιο έμπειρους παίκτες. Δεν ήταν οι κατάλληλοι κατ’ εμέ για εκείνον τον καιρό».

  • «Κάηκαν» δηλαδή επί της ουσίας.

«Δεν υπάρχει κάηκαν παρά χάθηκαν. Κάψιμο δεν υπάρχει. Το φταίξιμο όμως δεν είναι μόνο στην ομάδα, είναι και στα ίδια τα παιδιά. Δεν είναι μόνο ο Παναθηναϊκός. Ο Παναθηναϊκός βγάζει κατά συρροή παιδιά, δίνει σε όλες τις ομάδες. Θα μπορούσαν να κάνουν καριέρα σε άλλες ομάδες. Να ξαναπατήσουν στα πόδια τους και να πάνε πάλι μπροστά».

  • Μια καλή και μια κακή ανάμνηση από τον ΠΑΟΚ;

«Όταν πήγα τον Ιανουάριο και ήμασταν 10οι, μέσα σε πέντε μήνες καταφέραμε και περάσαμε τον Παναθηναϊκό τελευταία αγωνιστική με το 1-1 τότε κόντρα στον ΟΦΗ στο ΟΑΚΑ και βγήκαμε εμείς στο ΟΥΕΦΑ. Ήταν απίστευτη χρονιά εκείνη. Και την επόμενη που αποκλείσαμε την Άρσεναλ, που πήρε το νταμπλ εκείνη την χρονιά και χάσαμε από την Ατλέτικο Μαδρίτης. Ονειρεμένη χρονιά. Η μισή χρονιά του ΟΦΗ και η άλλη μισή στον ΠΑΟΚ ήταν ονειρική γιατί με τον ΟΦΗ ήμασταν δεύτεροι και βγήκε και αυτός στο ΟΥΕΦΑ και με τον ΠΑΟΚ από 10οι καταφέραμε να βγούμε και μείς στην Ευρώπη. Απίστευτη χρονιά».

«Από την άλλη μια στεναχώρια ήταν ο ερχομός του κυρίου Μπάγεβιτς στον ΠΑΟΚ. Ήρθε Δεκέμβρη και το καλοκαίρι σε μια συζήτηση στο γραφείο του, είχε καλέσει εμένα και άλλα 7 παιδιά ξεχωριστά (από τους πιο παλιούς που ήμασταν εκεί), μας ανακοίνωσε την απόφαση να φύγουμε όλοι και να πάρει καινούρια άτομα. Μου εξήγησε ότι δεν είναι αγωνιστικό το θέμα, παρόλο που είχα ένα χρόνο συμβόλαιο ακόμα με την ομάδα. Δεν ήταν αγωνιστικό το θέμα απλά ήθελε καινούρια άτομα στην ομάδα και να χτίσει κάτι δικό του. Η βλακεία μου είναι ότι εξαιτίας του εγωισμού μου το δέχθηκα. Δεν έπρεπε να δεχθώ. Ήμουν 30 χρονών και έπρεπε να του δείξω ότι και γω αξίζω να είμαι στην ομάδα. Το είχα ήδη αποδείξει αγωνιστικά και έπρεπε να κάτσω εκεί πέρα. Αλλά από εγωισμό είπα αφού δεν με θέλει ο προπονητής καλύτερα να φύγω».

  • Και γι’ αυτό πήγατε στην Κύπρο;

«Είχα συζητήσει με κάποιες ομάδες στην Αθήνα και στην Θεσσαλονίκη, μεγάλες ομάδες, αλλά για κάποιον παράλογο λόγο και χωρίς να γνωρίζω ξαφνικά οι πόρτες αυτές έκλεισαν. Κάποιος τις έκλεινε. Μην πω ονόματα δεν χρειάζεται. Κλείσανε μέσα σε ένα βράδυ. Όπως είπα κάθε εμπόδιο για καλό. Εγώ κοιτούσα να πάω να παίξω μπάλα και τίποτα παραπάνω».

Τα φάουλ και ο Κωσταντέλιας

  • Τα φάουλ ήταν η σπεσιαλιτέ σας. Μπορεί να διδαχθεί αυτό ή θα πρέπει να το έχεις έμφυτο;

«Σε αυτό το κομμάτι, επειδή το έκανα και στις ακαδημίες του Παναθηναϊκού, είτε το έχεις είτε όχι. Είναι ταλέντο. Αν το έχεις μπορείς να το καλλιεργήσεις σε έναν καλύτερο βαθμό. Αν δεν το έχεις δεν μπορείς να το μάθεις.»

  • Είναι μύθος το ότι δεν ήσασταν καλός στα πέναλτι;

«Είναι μύθος γιατί έχω χτυπήσει γύρω στα 10 πέναλτι. Έχω βάλει τα 8 και έχω χάσει τα 2. Πιστεύω είναι καλό ποσοστό.»

  • Υπάρχει κάποιο παιδί που να έχετε προπονήσει ή να το βλέπετε να αγωνίζεται τώρα που να σας θυμίζει τον εαυτό σας όταν παίζατε;

«Υπάρχουν παιδιά που είναι και καλύτεροι κιόλας. Ο Φουρτούνης ας πούμε. Εμένα μου αρέσει πολύ ο Κώστας. Είχε και τους δύο δύσκολους τραυματισμούς. Ο Κωσταντέλιας. Αυτό το παιδάκι το θυμάμαι από τις ακαδημίες του Παναθηναϊκού. Έχει κάτι το εξαιρετικό πάνω του. Εάν το μυαλό του μείνει μέσα στο κεφάλι του πιστεύω ότι θα κάνει πράγματα και θαύματα. Είναι τόσο θρασύς αγωνιστικά και μου αρέσει πολύ αυτό. Σε προκαλεί δηλαδή ουσιαστικά να σε ξεφτιλίσει μέσα στο γήπεδο. Και αυτό που αρέσει προσωπικά πάρα πολύ. Να υπάρχει σεβασμός και να θέλει να σε ξεφτιλίσει. Πιστεύω ότι έχει κάτι το εξαιρετικό. Μακάρι να είναι γερός και να πάει πάρα πολύ ψηλά. Αν και δεν τον βλέπω για πολύ ακόμα στην Ελλάδα. Αν συνεχίσει σε αυτόν τον ρυθμό και παραμείνει συγκεντρωμένος, τον βλέπω για πολλά μεγάλα πράγματα. Κερδισμένος θα είναι και ο σύλλογος. Και έτσι όπως έχει γίνει πλέον το ποδόσφαιρο μπορείς εύκολα να πας στο εξωτερικό. Πρώτα όμως θα πρέπει να πατήσει στον σύλλογό του και μετά. Να μην βιαστεί. Το εξωτερικό θέλει πολύ υπομονή γιατί δεν είναι το ίδιο. Είναι η μέρα με τη νύχτα το δικό μας πρωτάθλημα. Άλλοι ρυθμοί και τα πάντα γενικότερα. Τώρα αρχίζει να ωριμάζει ποδοσφαιρικά.»

Τι πάει λάθος με τους σημερινούς νεαρούς ποδοσφαιριστές

  • Αναφέρατε τις αλάνες. Πλέον έχει εκλείψει αυτό ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα. Πιστεύετε ότι αυτός είναι ένας από τους λόγους που τα παιδιά σήμερα μπορεί να τα παρατήσουν πολύ εύκολα αντιμετωπίζοντας την παραμικρή δυσκολία;

«Εν μέρει ναι. Υπάρχει μια μεγάλη παράμετρος. Τα κινητά τηλέφωνα και γενικότερα το Ίντερνετ μπήκε στην ζωή μας το 2000. Οπότε παιδιά  που γεννήθηκαν έκτοτε είναι διαφορετικά. Βλέπω άλλες συμπεριφορές τελείως σε σχέση με παιδιά που είχαν γεννηθεί πιο πριν. Δηλαδή με ένα κινητό στο χέρι, Ίντερνετ συνέχεια. Ο χρόνος τους είναι καθεστώς πλέον. Δεν ασχολούνται με απλά πράγματα, φυσικά. Δεν έχουν φυσικότητα στη ζωή τους. Εμείς παίζαμε κρυφτό, κυνηγητό, σκαρφαλώναμε σε δέντρα και άλλα. Ακόμα και αυτό είναι μια μορφή άθλησης αν το σκεφτείς. Οπότε κάθε μέρα γυμναζόσουν συνεχόμενα. Τώρα γυμνάζεσαι τρεις ώρες την ημέρα ακόμα και επαγγελματικά και όλη η υπόλοιπη μέρα σου θα είναι τελείως διαφορετική».

  • Τα παιχνίδια που αναφέρατε πέρα από μια μορφή άθλησης αποτελούσαν και μια μορφή διαδραστικότητας και κοινωνικοποίησης. Με τις συσκευές αυτές έχουμε αποξενωθεί.

«Σαφώς. Μα βλέπεις ότι έχουν απομονωθεί πολλά παιδιά και η κοινωνία μας πάσχει από πολλά σοβαρά προβλήματα. Δεν είχαμε τόσα πολλά σοβαρά προβλήματα τότε».

  • Έχοντας δουλέψει πολλά χρόνια με νέα παιδιά και έχοντας εμπειρία πάνω σε αυτό το κομμάτι τι θεωρείται ότι πάει λάθος σε αυτόν τον τομέα και δεν έχουμε έναν αξιόλογο αριθμό Ελλήνων παικτών;

«Και όσο πάει και χειροτερεύει αυτή η κατάσταση δυστυχώς. Ο λόγος πιστεύω είναι πως αν ρωτήσεις κάποια παιδιά ως προς το τι θέλουν από το ποδόσφαιρο, αυτό είναι να κάνουν όνομα, να τους γνωρίσουν, να βγάλουν χρήματα. Κανένας δεν αναφέρει να κάνει μια καλή καριέρα, να μείνει αυτό που έχει κάνει και να είναι ικανοποιημένος γι’ αυτό που κάνει».

  • Άρα έχουν ευθύνη και οι ποδοσφαιριστές πέρα από τις ομάδες;

«Και οι ομάδες έχουν ευθύνη. Αλλά όταν βλέπεις ότι αλλιώς συμπεριφέρονται οι ξένοι παίκτες σε σχέση με τους Έλληνες μεγαλώνει η ψαλίδα αυτή. Δεν εμπιστεύονται τους Έλληνες πια. Κακώς γιατί υπάρχει ταλέντο. Και το ταλέντο αυτό χάνεται και το έχω δει στις ακαδημίες. Παιδιά το χάνουν και δεν εμφανίζονται στο υψηλό επίπεδο όταν έρθουν τα φώτα της δημοσιότητας πάνω τους. Δεν μπορούν να το διαχειριστούν.Όταν είσαι ψηλά σε θυμούνται όλοι και είναι δίπλα σου. Την στιγμή αυτή τα παιδιά δεν μπορούν να το καταλάβουν όπως και γω στην αρχή δεν μπορούσα να το καταλάβω».

«Αλλά ήταν άλλη εποχή τότε. Δεν υπήρχαν οι εφημερίδες όπως είναι σήμερα. Τώρα πια βλέπεις ότι όλοι πέφτουν πάνω σου γιατί πουλάς. Αν κάτι σου στραβώσει θα εξαφανιστούν από δίπλα σου. Δυστυχώς έτσι είναι η κοινωνία. Μπορείς να το διαχειριστείς; Και την αποτυχία και την επιτυχία. Και εκεί το χάνουμε σαν Έλληνες. Γενικά δεν μπορούμε να διαχειριστούμε τα συναισθήματα μας. Και γω ακόμα δεν μπορώ να το κάνω. Να ισορροπήσουμε ανάμεσα στην χαρά και στην λύπη. Αν μπορείς να πετύχεις μια ισορροπία ανάμεσα σε αυτά τα δύο και καταφέρεις να το διαχειριστείς πιστεύω ότι μπορείς να πετύχεις πολλά πράγματα στην ζωή σου. Είτε είναι στον αθλητισμό είτε οπουδήποτε αλλού».

Τα επόμενα χρόνια και το βήμα στο εξωτερικό που δεν ήρθε ποτέ

  • Έχετε δηλώσει πως μαθατε ετεροχρονισμένα (μετά από έναν χρόνο) για την πρόταση της Τορίνο στον ΠΑΟΚ όσο αγωνιζόσαστε εκεί. Σας έχει μείνει απωθημένο που δεν αγωνιστήκατε στο εξωτερικό;

«Θα σου πω. Τότε δεν ήταν και πολύ εύκολο να φύγεις στο εξωτερικό. Δεν ήταν όπως είναι τώρα να ανοίξουν τα σύνορα και να φεύγουν κατά συρροή παίκτες. Ναι για να είμαι ειλικρινής θα ήθελα κάποια στιγμή να πάω στο εξωτερικό για να δω μέχρι που μπορώ να φτάσω. Αλλά από την άλλη δεν μπορώ να μην παραδεχθώ ότι αυτά που μου έχει δώσει ο Θεός και αυτά που έχω πετύχει ήταν αρκετά. Είμαι πάρα πολύ γεμάτος για όλα όσα έχω πετύχει ως τώρα. Γιατί είδα παιδιά δίπλα σε μένα όταν ξεκίνησα, καλύτερα από εμένα. Δεν θα αναφέρω τα ονόματά τους γιατί ήταν και συμπαίκτες μου. Πολύ καλύτεροι από εμένα παικτικά, με καλύτερα χαρακτηριστικά, που δεν έκαναν την καριέρα που έκανα εγώ. Γι’ αυτό λέω ότι είμαι πολύ ευγνώμων γι’ αυτά που έχω πετύχει και γεμάτος».

  • Πως αισθανθήκατε στο πρώτο σας ευρωπαϊκό παιχνίδι;

«Ξεκίνησα με τον Παναθηναϊκό και παίξαμε τότε στο πειραματικό παιχνίδι με τους δύο ομίλους των 8 ομάδων. Ήμασταν με Ερυθρό Αστέρα, Σαμπντόρια και Άντερλεχτ. Να φανταστείς ότι εκείνη την χρονιά το πήρε και ο Ερυθρός Αστέρας με Σαβίσεβιτς, Πάντεφ, Μπόμπαν, απίστευτοι παίκτες. Όλοι μετά τον εμφύλιο πήγαν έπειτα σε Ισπανία, Ιταλία και έκαναν τρομερή καριέρα. Αυτά τα παιχνίδια σου μένουν. Σου μένει η Γιουβέντους με τον Μπάτζιο, η Σαμπντόρια με τον Μαντσίνι και τον αείμνηστο Βιάλι, τον Κάτανετς. Είναι παιχνίδια που σου μένουν, με ονόματα που λες ότι «έπαιξα με αυτούς τους ανθρώπους». Τα παιχνίδια με την Ατλέτικο, τον Βιειρά της Άρσεναλ και στον Σίμαν, με παίκτες δηλαδή που έκαναν παγκοσμίως καριέρα και όχι μόνο με τις ομάδες τους».

  • Ποιος ήταν ο πιο δύσκολος αντίπαλος που αντιμετωπίσατε στην καριέρα σας;

«Αρχικά ο Σαμπανάζοβιτς και με τον ΟΣΦΠ και με την ΑΕΚ με δυσκόλεψε πάρα πολύ στην θέση που έπαιζα και ο Στολτίδης. Ο Στολτίδης έτρεχε και τον ένιωθες συνέχεια δίπλα σου».

  • Τα χρόνια που ακολούθησαν ήσασταν και σε διαφορετικό σύλλογο κάθε σεζόν

«Μετά τα 31 μου οι επιλογές μου δεν ήταν απόλυτα σωστές. Είδα κάποια εμπόδια μπροστά μου και απογοητεύτηκα πάρα πολύ. Δεν ήξερα για ποιο λόγο να μου συμπεριφερθούν κάποιοι άνθρωποι έτσι. Έχω στεναχώρια για κάποιους ανθρώπους αλλά μέχρι εκεί. Έτσι είναι η ζωή και προχωράς».

  • Άρα κλείσατε με πικρία την καριέρα σας;

«Όχι δεν έκλεισα με πικρία. Απλά ήξερα ότι θα μπορούσα να παίξω κάποια χρόνια παραπάνω από τα 34-35 που τελείωσα. Το σταμάτησα εκεί πέρα γιατί έβλεπα κάποια πράγματα που δεν μου άρεσαν. Κάτι που ξεκίνησα με όρεξη και όνειρα άρχισε να σβήνεται και να αλλοιώνεται. Επομένως, προτίμησα καλύτερα να το τελειώσω πιο νωρίς παρά να χάνεται στα μάτια μου κάτι όμορφο. Δεν οφειλόταν σε μένα αλλά σε κάποιους άλλους ανθρώπους και γεγονότα».

  • Είχατε αυτήν την αποφασιστικότητα και την σιγουριά ότι θα γίνετε ποδοσφαιριστής και θα καταφέρετε μάλιστα να παίξετε στο υψηλότερο επίπεδο;

«Όσο παράξενο και παράλογο να ακούγεται, σεβόμουν τον οποιονδήποτε είχα δίπλα μου. Να φανταστείς ότι στο πρώτο επίσημο παιχνίδι που παίξαμε έλεγα τον Σαραβάκο «κύριε Δημήτρη» και μου έλεγε «τι λες τώρα, μας ακούνε κιόλας!». Από σεβασμό. Από την άλλη έλεγα μέσα μου: «ποιος είναι ο καλύτερος που παίζει στην θέση μου; Εγώ είμαι καλύτερος!». Προς τα έξω δεν μου βγήκε ποτέ αυτό. Μόνο έτσι μπορείς να πας μπροστά. Να πιστέψεις στον εαυτό σου και να προσπαθείς για το καλύτερο για τον εαυτό. Δεν φτάνει μόνο να το λες. Ήμουν πολύ εγωιστής σε αυτό το κομμάτι. Εννοώ καλό εγωισμό».

  • Πόσο δύσκολο είναι για έναν ποδοσφαιριστή όταν τελειώσει την καριέρα του, να φύγει από τα φώτα της δημοσιότητας όπως εσείς και να το διαχειριστεί όλο αυτό;

«Είναι πάρα πολύ δύσκολο. Όταν σταμάτησα το ποδόσφαιρο ήταν ό,τι πιο δύσκολο έχω αντιμετωπίσει. Άθελά μου και χωρίς να το έχω συνειδητοποιήσει, ενώ έβλεπα αγώνες στην τηλεόραση, σε γήπεδο μέσα είχα να πάω δύο χρόνια. Να πατήσω  μέσα σε γήπεδο, στην κερκίδα. Σαν αντίδραση, άμυνα του οργανισμού δεν μπορώ να στο εξηγήσω. Χωρίς να το καταλάβω. Δεν είναι ότι δεν ήθελα. Έβλεπα συνέχεια ποδόσφαιρο αλλά δεν πήγαινα στο γήπεδο. Από την άλλη όταν σταματήσεις είναι πολύ δύσκολο. Γιατί από εκεί που είναι όλοι πάνω σου και ασχολούνται πολλοί άνθρωποι μαζί σου η καθημερινότητα σου αλλάζει ριζικά. Γιατί έχεις ένα πρόγραμμα ζωής πολλά χρόνια. Να κάνεις για τόσα χρόνια κάθε μέρα το ίδιο πράγμα και ξαφνικά να το κόβεις τελείως μέσα σε ένα βράδυ είναι απίστευτα δύσκολο».

«Πρέπει να είσαι πολύ ισορροπημένος, συνειδητοποιημένος για αυτά που έχεις κάνει και να σε στηρίξουν κάποιοι άνθρωποι δικοί σου. Εκείνη τη στιγμή χρειάζεσαι στήριξη από τους δικούς σου ανθρώπους, τους ουσιαστικούς. Γιατί όλα αυτά τα χρόνια είναι πολλοί άνθρωποι επιφανείς κοντά σου, που το κάνουν επειδή ήσουν κάποτε κάποιος. Όταν σβήσουν τα φώτα και οι προβολείς από πάνω σου απότομα είναι μετρημένοι στο ένα σου χέρι αυτοί που θα σε πάρουν τηλέφωνο να σε ρωτήσουν τι κάνεις. Αυτή είναι η πραγματικότητα».

  • Πιστεύετε ότι οι δυσκολίες αυτές, κάνουν κάποιους ανθρώπους να θέλουν παραμείνουν στο ποδόσφαιρο μέσα από κάποια άλλα πόστα;

«Όταν τόσα χρόνια είσαι μέσα σε αυτόν τον χώρο είναι δύσκολο να τον αποβάλλεις. Πόσω μάλλον όταν κιόλας αυτό είναι και το όνειρο της ζωής σου, είναι όλα αυτά που ήθελες και το βιώνεις. Αν πραγματικά πιστεύεις ότι μπορείς σε αυτόν τον χώρο να ανταπεξέλθεις σε άλλες συνθήκες (γιατί άλλο να είσαι αφεντικό του εαυτού σου εσύ και άλλο να είσαι εκτός γηπέδου και να κάνεις γενικότερα το κουμάντο), θα πρέπει να μάθεις να ισορροπείς καταστάσεις. Είναι τελείως διαφορετικά τα πράγματα και σίγουρα δεν πας μόνο με τις γνώσεις που έχεις αποκτήσει εμπειρικά ως ποδοσφαιριστής. Αν είσαι team manager πρέπει να το σπουδάσεις, αν είσαι προπονητής επίσης, δεν μπορείς να πας μόνο εμπειρικά.  Στην Ελλάδα αν πας μόνο εμπειρικά μπορείς να το πετύχεις και να είναι πρόχειρο. Από εκεί και πέρα θα πρέπει να είσαι γνώστης σε αυτό που κάνεις».

Το κεφάλαιο της προπονητικής

  • Τελειώνοντας το ποδόσφαιρο ακολούθησε μετά από λίγα χρόνια η προπονητική. Το σκεφτήκατε αμέσως με το που σταματήσατε ή όχι;

«Δεν σκεφτόμουν καθόλου την προπονητική. Αυτό ήρθε μόνο του. Σταμάτησα το 2004. Ξεκίνησε όταν το 2006 ο κύριος Χρηστοβασίλης με φώναξε να πάω στον Ηλυσιακό ως γενικός αρχηγός. Η ομάδα τότε ήταν στην Β’ Εθνική, να προσπαθήσουμε και να δούμε μήπως κερδίσουμε κάποια άνοδο. Έκατσα ένα χρόνο εκεί, ο κύριος Χρηστοβασίλης έφυγε για τα Γιάννενα και δεν συνεχίσαμε την συνεργασία μας. Σταμάτησα ξανά. Ήθελα να είμαι κοντά σε έναν σύλλογο αλλά δεν είχα την προπονητική μέσα μου. Και ξαφνικά ο Κώστας Αντωνίου, που ήμασταν και συμπαίκτες στον ΠΑΟ, ήταν το 2008 στον Παναθηναϊκό και μου πρότεινε να πάω και γω. Είχαμε μιλήσει, μου είπε ότι θα μπω σε τμήματα για τεχνική κατάρτιση, για επιθετικές φάσεις με επίλεκτα παιδιά σε μικρά γκρουπ και θα έρχομαι στο σκάουτινγκ στην πρώτη ομάδα. Με έστειλε σε κάποια ευρωπαϊκά ταξίδια να δω κάποιους παίκτες για την πρώτη ομάδα στην αρχή».

«Έτσι ξεκίνησα. Πάλι όμως όχι προπονητικά. Αλλά όσο ήμουν με τα παιδιά με έβλεπε και ο κύριος Κόβης που ήταν τότε και αναρωτήθηκε γιατί να μην πάρω ένα τμήμα. Έτσι άρχισα και τρωγόμουν σιγά σιγά.  Επειδή όταν βλέπεις ότι κάνεις μια πρόοδο με το παιδί, λες πως κάτι καταφέρνεις και συ μαζί του. Μαθαίνεις μέσα από τα παιδιά. Γιατί δεν τους μαθαίνεις εσύ. Αυτά σε μαθαίνουν».

«Μετά άρχισα και έβγαζα τις σχολές ώσπου έφτασα στο Pro. Και έτσι έκατσα 13 χρόνια σχεδόν προπονητικά στον Παναθηναϊκό. Δεν σκέφτηκα ποτέ μέχρι τότε το επαγγελματικό ρόστερ. Μέχρι που το 2020 με φώναξαν μέσα στην πανδημία και μου ανακοίνωσαν ότι σταματάμε την συνεργασία. Ποτέ δεν πήρα μια ειλικρινή απάντηση και για ποιον λόγο. Τον πραγματικό λόγο. Δεν έμαθα και ούτε ξέρω μέχρι αυτή τη στιγμή και αυτό είναι κάτι που με στενοχωρεί. Γιατί όταν είσαι 4 χρόνια παίκτης του Παναθηναϊκό, όταν υποστηρίζεις αυτήν την ομάδα από μικρό παιδί, όταν είσαι 13 χρόνια στις ακαδημίες. Συνολικά 17 χρόνια και είμαι 54. Αν είσαι το 1/3 της ζωής σου σε αυτόν τον σύλλογο αν μη τι άλλο ειλικρίνεια πρέπει να υπάρχει πάνω από όλα. Δεν είσαι καλός προπονητής, δεν μας κάνεις, σε βαρεθήκαμε, ήθελα μια ειλικρινή απάντηση. Δεν έγινε αλλά δεν πειράζει. Και φυσικά δεν κρατάω κακία γιατί σου είπα ότι είναι ο σύλλογος της καρδιάς μου. Από εκεί και πέρα προχωράς. Στην ζωή μερικές φορές είσαι πάνω, μερικές φορές είσαι κάτω. Οι δρόμοι μπορούν να ξανασμίξουν δεν ξέρεις ποτέ. Με στεναχώρησε αλλά προχωράμε».

  • Κρίνοντας από τα λεγόμενά σας θα επιστρέφατε στον Παναθηναϊκό εφόσον σας γινόταν πρόταση;

«Αν γινόταν μια σοβαρή κουβέντα ναι. Σίγουρα.»

  • Θα θέλατε κάποια στιγμή να καθίσετε πρώτος προπονητής στον ΠΑΟ; Θα μπορούσε να είναι αυτός ο μεγάλος στόχος στην προπονητική σας καριέρα;

«Θα σου πω την αλήθεια. Από το μυαλό μου έχει περάσει και έπειτα από τόσα χρόνια που ήμουν εκεί θα ήθελα να είμαι στο τιμ της πρώτης ομάδας. Όχι να την αναλάβω. Είμαι αντικειμενικός, ξέρω που μπορώ να φτάσω. Μην κρυβόμαστε, είμαι 54 χρονών, επαγγελματικά πιστεύω πως θα μπορούσα να είμαι στο τιμ. Όχι ότι φοβάμαι κάτι αλλά αυτά δεν γίνονται από την μια στιγμή στην άλλη. Έχουμε δει παραδείγματα που έγιναν κατά ανάγκη κάποιοι άνθρωποι προπονητές και είδες τι έχει γίνει τόσο στον Παναθηναϊκό όσο και σε άλλες ομάδες.»

  • Ο προπονητής έχει μεγαλύτερη πίεση από τον ποδοσφαιριστή;

«Φυσικά. Και το βιώνω αυτήν την στιγμή. Έχεις πίεση γιατί προσπαθείς να μεταφέρεις τα πιστεύω σου στα παιδιά. Πρέπει να τους δείξεις και να τους εμπιστευτείς, όπως και να σε εμπιστευτούν και εκείνοι. Γιατί αυτά τα δύο πάνε μαζί. Να τους δείξεις ειλικρίνεια, να τους δείξεις ότι είναι οι καλύτεροι, γιατί πρέπει να πιστεύουν ότι είναι οι καλύτεροι. Και αν μη τι άλλο όταν αρχίσει ένα παιχνίδι, εσύ έχεις κάνει κάποια πράγματα. Από εκεί και πέρα όμως δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Όλα τα υπόλοιπα είναι στα παιδιά. Και στην προκειμένη περίπτωση αρχίζω και πιστεύω ότι ο προπονητής έχει ένα μεγάλο μερίδιο στο τακτικό κομμάτι, στην μεταδοτικότητα και στο πως μπορεί να διαχειριστεί κάποιες καταστάσεις. Το αγωνιστικό κομμάτι είναι οι παίκτες. Τελικά οι παίκτες κάνουν τον καλό προπονητή ή ο προπονητής κάνει τους καλούς παίκτες; Εκεί είναι ένα πολύ μεγάλο ερώτημα».

  • Οι προπονητές πέρα από το τακτικό κομμάτι είναι υποχρεωμένοι να γνωρίζουν και την ψυχολογία των ανθρώπων που διαχειρίζονται;

«Φυσικά και αυτό το βιώνω τώρα και καταλαβαίνω τους προπονητές του τότε. Ο κάθε προπονητής έχει πολλά στο μυαλό του. Ο παίκτης σκέφτεται μόνο πως θα παίξει τίποτα άλλο. Τον ενδιαφέρει μόνο να είναι μέσα στο γήπεδο. Πολύ λογικό πράγμα. Ο προπονητής δεν σκέφτεται μόνο αν παίζει αυτός ο παίκτης. Γιατί αν πάει καλά μέσα στο παιχνίδι είναι όλα μια χαρά. Αν δεν πάει καλά όμως πως μπορώ να διαφοροποιήσω τον σχηματισμό μου χωρίς να κάνω κάποια αλλαγή από την αρχή. Ή επίσης αν στραβώσει κάτι όπως μια κόκκινη, ένας τραυματισμός, οτιδήποτε».

  • Έχοντας συνεργαστεί με πολλούς προπονητές στην καριέρα σας, με ποιον θεωρείται ότι είστε πιο κοντά σε φιλοσοφία/προπονητικό στυλ;

«Έχω πάρει πολλά πράγματα και δεν αναφέρομαι στο κομμάτι της προπόνησης από τον Άγγελο Αναστασιάδη. Οι ιδέες του, το πως διάβαζε το παιχνίδι, πως σου μετέδιδε αυτήν την θετικότητα, ότι είσαι δηλαδή ο καλύτερος παίκτης απέναντι σε όλους όσους έχεις απέναντί σου. Ήταν μακράν ο καλύτερος μαζί με τον Ευγένιο Γκέραρντ σε αυτό το κομμάτι. Αλλά ο Άγγελος σε έκανε να λες ότι δεν βλέπεις κανέναν απέναντί σου».

Η έλλειψη Ελλήνων ποδοσφαιριστών και τα προβλήματα στις χαμηλότερες κατηγορίες

  • Σήμερα όπως δεν εμπιστεύονται τους Έλληνες ποδοσφαιριστές, ομοίως δεν εμπιστεύονται και τους προπονητές.

«Ξέρεις τι με πληγώνει; Με πληγώνει αυτή τη στιγμή που βλέπω ομάδες που δεν έχουν ούτε έναν Έλληνα μέσα στην 11αδα. Με πληγώνει πάρα πολύ ειλικρινά σου μιλάω. Δεν μπορώ να το δεχθώ σαν Κώστας αυτό. Δεν μπορώ να το χωνέψω. Δεν γίνεται να μην μπορούμε να έχουμε στα σωματεία μας 6-7 Έλληνες παίκτες. Δηλαδή βλέπω την 20αδα και βλέπω από 1 μέχρι 3 Έλληνες. Δεν ξέρω τι πρέπει να κάνει η Πολιτεία, ο σύνδεσμος, η ΕΠΟ αλλά πρέπει να βρεθεί λύση οπωσδήποτε».

  • Θα ήταν λύση να εφαρμοστεί ένας κανονισμός όπως το μπάσκετ;

«Εκατό τοις εκατό. Το υπογράφω με τα δυο μου τα χέρια. Θα πρέπει να βάλουν ένα όριο ότι θα πρέπει να ξεκινούν στην 11αδα έστω 3 Έλληνες και πρέπει να είναι άλλοι 3 το λιγότερο στην 20αδα. Δεν γίνεται αυτό είναι απίθανο. Θα μου πεις γίνεται και σε άλλες χώρες. Ναι αλλά καταστρέφουμε το ποδόσφαιρό μας. Δεν είμαστε Αγγλία, δεν είμαστε Γαλλία. Και πάλι σε αυτές τις χώρες όμως υπάρχουν κανόνες. Για να παίξεις ποδόσφαιρο στην Αγγλία, θα πρέπει να έχεις γράψει κάποιες συμμετοχές με την Εθνική σου ομάδα. Το θέμα είναι να μπουν κάποιοι κανόνες αλλά να τους εφαρμόσουμε κιόλας. Γιατί υπάρχουν κανόνες αλλά δεν τους εφαρμόζουμε. Πάντα υπάρχουν αυτά τα παράθυρα στην Ελλάδα. Δεν φτάνουν μόνο οι πόρτες έχουμε και τα παράθυρα».

«Δες το ποδόσφαιρο μας. Δεν υπάρχει αυτό σε άλλη χώρα. Στην Αγγλία που για μένα είναι το κορυφαίο πρωτάθλημα. Η Β’ Εθνική είναι ένας όμιλος με 22 ομάδες. Ένας όμιλος. Εδώ πέρα είμαστε η μόνη χώρα που η Β’ Εθνική έχει δύο ομίλους. Δεν υπάρχει πουθενά στον κόσμο αυτό. Βρες μου μια χώρα που η Β’ της Εθνική έχει δυο ομίλους. Δεν μιλάω για πιο κάτω. Πιο κάτω είναι το χάος. Να μάθουμε ποιος είναι ο λόγος να έχουμε δύο ομίλους. Έναν λόγο που βλέπουμε αυτά που βλέπουμε αυτή τη στιγμή. Ομάδες να μην κατεβαίνουν, ομάδες να μην έχουν γήπεδα να παίξουν στο πρωτάθλημά τους, ομάδες που να ακυρώνονται οι αγώνες τους γιατί δεν άνοιξαν στάδια και δεν έχουν δικό τους γήπεδο, ομάδες γιατί δεν έχουν δελτία. Αν αυτό λέγεται πρωτάθλημα τότε εγώ είμαι εξωγήινος, είμαι από άλλον πλανήτη και δεν τα βλέπω καλά τα πράγματα».

«Εάν όλοι αυτοί που ασχολούνται με το ποδόσφαιρο τα βλέπουν και σιωπούν είναι όλοι συνυπεύθυνοι. Κάποιος πρέπει να βγει μπροστά και να πει στοπ. Μιλάω έτσι γιατί το αγαπάω αυτό το άθλημα. Γιατί μου έδωσε όλα αυτά που μου έδωσε. Πρώτα απ’ όλα την αγάπη του κόσμου, να κάνω το όνειρό μου πραγματικότητα, μου έδωσε την ευκαιρία να είμαι μέσα σε αυτό και από άλλο πόστο πλέον και να έχω μια καλύτερη ζωή για την οικογένειά μου. Γι’ αυτό το λόγο βγάζω αυτήν την αγανάκτηση. Γιατί το αγαπάω. Και πρέπει να γίνει κάτι. Όλοι είμαστε στα λόγια. Αυτός που μπορεί να κάνει αυτήν την αλλαγή θα πρέπει να βγει και να την κάνει. Και αυτό πρέπει να γίνει άμεσα. Όχι του χρόνου. Τώρα. Μα όλοι το βλέπουν. Ο αθλητισμός μας βιάζεται διαρκώς και δεν μιλάει κανείς».

  • Δυστυχώς αποδεικνύεται συνεχώς πως ότι καλό μπορεί να συμβεί στο ελληνικό ποδόσφαιρο, θα γίνει συγκυριακά και κατά τύχη.

«Είναι δυνατόν; Πέρυσι βγήκαν δύο πρωταθλητές στην Β’ Εθνική και έπαιξαν μπαράζ μεταξύ τους. Και φέτος το άλλαξαν. Για ποιο λόγο; Τι να πουν αυτές οι δύο ομάδες; Τι να πει η Βέροια; Τι πρέπει να πει η Βέροια που χαροπαλεύει τώρα; Κάποιοι άνθρωποι έβαλαν τα λεφτά τους και όλοι που βάζουν λεφτά για κάποιους στόχους. Και ξαφνικά αυτοί οι στόχοι είναι να παίξεις μπαράζ και μετά να παίξεις δεύτερο μπαράζ για να ανέβεις. Δηλαδή κάτσε λίγο. Βγαίνω πρώτος σε 34 παιχνίδια και με βάζεις να παίξω ένα παιχνίδι που δεν ξέρεις και πως θα σου πάει; Ποιος βγάζεις αυτούς τους νόμους; Ποιος τους υπογράφει αυτούς τους νόμους; Ποιος τους δέχεται στο κάτω κάτω αυτούς τους νόμους; Που έχει ξαναγίνει αυτό; Πες μου μία χώρα που γίνεται αυτό το πράγμα και θα σου πω εντάξει ας γίνει και εδώ».

  • Και να γίνεται σίγουρα δεν θα πρόκειται για μια ποδοσφαιρικά προηγμένη χώρα.

«Μα δεν υπάρχει. Ψάξτο και αν το βρεις έλα και πες μου «Κώστα υπάρχει αυτή η χώρα που γίνεται ακριβώς το ίδιο όπως και εδώ». Γι’ αυτό βλέπεις και κάποιες ομάδες ιστορικές ή μη ιστορικές να εξαφανίζονται από τον χάρτη. Δεν ξαναπαίζουν, πάνε στα τοπικά. Δεν είναι παράλογο. Βάζουν τις ώρες τους οι άνθρωποι, βάζουν τα λεφτά τους, τους βρίζουν που παρατούν τις ομάδες μετά. Δηλαδή τι πρέπει να κάνουν αυτοί οι άνθρωποι; Να χάσουν την περιουσία τους, να χάσουν τα μαγαζιά τους, να χάσουν τις οικογένειες τους. Γιατί; Για ένα παιχνίδι άλλων ανθρώπων; Ή για ένα νόμο που έβγαλαν για 2-3 χρόνια μέχρι να τον αλλάξουν».

  • Τι θα μπορούσε να αλλάξει προκειμένου να βελτιωθεί η κατάσταση στις χαμηλότερες κατηγορίες;

«Για μένα προσωπικά το θέμα είναι να βάλεις πίεση στην μεγαλύτερη κατηγορία. Η Β’ Εθνική θα πρέπει να γίνει ένας όμιλος των 18 ομάδων. Να ανεβαίνουν 2 ή 3 και ο 4ος να παίζει μπαράζ. Αντίστοιχα να πέφτουν 2 ή 3 και ο 4ος να παίζει μπαράζ για την παραμονή του. Τότε θα δεις μπορώ να δώσω παιχνίδι ή δεν μπορώ να δώσω; Μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Μπορώ να παίξω πιο χαλαρά σε ένα παιχνίδι ή δεν μπορώ; Δεν είμαστε εξωγήινοι εντάξει. Τα πράγματα είναι πολύ εύκολα. Ένα κι ένα κάνουν δύο. Είναι πολύ δύσκολα τα δεχθούμε όμως γιατί δεν μας συμφέρει. Είναι πολύ εύκολο να γίνουν αλλά πολύ δύσκολο να τα εφαρμόσουμε γιατί δεν μας συμφέρει. Έτσι είναι. Και θα δεις και άλλες ομάδες από επαρχία να ανεβαίνουν στην Α’ κατηγορία. Θα δεις διαφορετικά πράγματα. Θα δεις κόσμο στα γήπεδα. Ο κόσμος διψάει να πάει να δει τέτοια παιχνίδια. Διψάει για διακρίσεις. Γιατί να μην τους δίνεις το δικαίωμα να κυνηγήσουν το όνειρό τους και να βρεθούν στην Α’ Εθνική».

  • Η τοξικότητα που επικρατεί στο ελληνικό ποδόσφαιρο αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα στη δίψα του κόσμου.

«Έτσι είναι. Τα πιο παλιά χρόνια εγώ θυμάμαι από Σέρρες τον Σοφιανό, τον Τσιφούτη. Παναθηναϊκό ο πρώτος, Ολυμπιακό ο άλλος. Από την Δόξα Δράμας οι Γεωργιάδηδες. Από την Βέροια παίκτες όπως ο Τσαλουχίδης. Όλη η επαρχία τροφοδοτούσε και έπαιξαν και εθνικές ομάδες αυτά τα παιδιά. Πλέον έχει σταματήσει αυτό και όλη η περιφέρεια έχει εξαφανιστεί. Γιατί δεν υπάρχει κίνητρο. Αν υπήρχε κίνητρο, δεν λέω ότι θα ήταν όλοι στην Α’ Εθνική. Αλλά δεν θα εξαφανίζονταν αυτοί οι άνθρωποι που επενδύουν τα λεφτά τους. Θα είχαν κίνητρο για παράδειγμα σε τρία χρόνια να βγάλουν την ομάδα Α’ Εθνική. Θα κρατήσει και επειδή αυτές οι ομάδες δεν μπορούν να στηριχθούν μόνο σε ξένους ποδοσφαιριστές. Θα στηριχθούν και σε Έλληνες. Θα βγάλουν κάποια παιδιά. Κάποια θα εμφανιστούν. Θα πάνε σε μεγάλες ομάδες. Πως θα τους δούμε τους Έλληνες; Από τις πιο κάτω κατηγορίες. Αν όμως δεν υπάρχει κίνητρο θα εξαφανιστούν και οι Έλληνες»

Τα προβληματικά χρόνια του Παναθηναϊκού και η φετινή χρονιά

  • Γενικά σαν Έλληνες και ειδικά στο ποδόσφαιρο είμαστε λάτρεις του εφήμερου. Θέλουμε το «fast food» και δεν μας ενδιαφέρει να χτίσουμε, να κάνουμε κάποιον προγραμματισμό.

«Ο Έλληνας δεν θέλει να κουραστεί. Δεν θέλει να ιδρώσει. Θέλει να το βρει έτοιμο».

  • Το παράδειγμα της πολυμετοχικότητας είναι χαρακτηριστικό. Μετά από μια πετυχημένη ομολογουμένως χρονιά ακολούθησε το χάος.

«Σωστά. Για δέκα χρόνια ο Παναθηαναϊκός πήγε να σβήσει. Άντε να μην πω 10 αλλά 7. Για 7 χρόνια χαροπάλευε κυριολεκτικά».

  • Την τελευταία διετία έκανε ένα καλό restart βέβαια. Στήριξε έναν ικανό άνθρωπο και η εμπιστοσύνη αυτή αποδίδει καρπούς.

«Δεν είναι μόνο το αγωνιστικό. Μαζί με αυτό είναι και το διοικητικό. Μην είμαστε αγνώμονες σε αυτόν τον άνθρωπο που έμεινε, πάλεψε και έχει τον Παναθηναϊκό εκεί που τον έχει. Με τα υπέρ του και τα κατά του. Όλοι μας κάνουμε λάθη, όπως έκανε και ο κύριος Αλαφούζος. Και ο ίδιος τα ξέρει αυτά τα λάθη. Παρ’ όλα αυτά δεν έφυγε. Ήταν εκεί πάντα. Θα ήμασταν βλάκες να πούμε ότι έχει κάνει μόνο λάθη. Σίγουρα έχει κάνει λάθη. Όμως δεν έφυγε. Έμεινε. Και που είναι όλοι οι άλλοι».

  • Πιστεύετε ότι ο Γιοβάνοβιτς, εάν δεν έπαιρνε πέρυσι το Κύπελλο, θα είχε την φετινή ευκαιρία να συνεχίσει;

«Ναι 100%. Και να μην το είχε πάρει. Γιατί ο Ιβάν έχει κάνει καλή δουλειά».

  • Πιστεύετε ότι μπορεί ο Παναθηναϊκός φέτος να το πάει μέχρι τέλους;

«Ναι πιστεύω ότι μπορεί. Και τώρα θα φανεί σε αυτά τα παιχνίδια, στα ντέρμπι, ο χαρακτήρας που θα δείξει».

Το κομμάτι της βίας στον χώρο του αθλητισμού

  • Η τοξικότητα που επικρατούσε και εξακολουθεί να επικρατεί στον περίγυρο (Τύπος, κόσμος, διοικήσεις κάποιες φορές) περνούσε σε εσάς;

«Δυστυχώς όσο περνούν τα χρόνια περνάει. Τότε δεν περνούσε σε τέτοιο βαθμό γιατί δεν υπήρχαν όλα αυτά τα Μέσα. Αλλά τώρα σιγά σιγά περνάει. Και είναι κακό αυτό. Πάντα ήμουν κατά της βίας σε οποιοδήποτε κομμάτι. Αν υπήρχε μια αυστηρότητα ποινής χωρίς να έχει έφεση θα ήταν διαφορετικά. Υπάρχουν πάντα παράθυρα. Πρέπει να σταματήσει αυτό. Χωρίς έφεση και να τηρηθεί αυστηρά. Πρόσεχε εσύ τον σύλλογό σου. Η αστυνομία στο εξωτερικό είναι εκτός γηπέδου. Μέσα στο γήπεδο είναι οι security, είναι οι ομάδες. Εδώ θέλουν την αστυνομία. Θέλουν τα ΜΑΤ. Θέλουν τα πάντα. Ας είναι υπόλογη η ομάδα. Και ας δούμε κάποια στιγμή, ίσως να μην υπάρχω στον κόσμο αυτό αλλά να το δουν τα παιδιά μου έστω, τους φιλάθλους εντός έδρας και εκτός έδρας μαζί. Δεν γίνεται να μην μπορώ να πάω να δω την ομάδα μου εκτός έδρας. Δεν γίνεται να μην μπορεί ο παίκτης να δει έναν άνθρωπο του χρώματός του μέσα σε ένα άλλο γήπεδο. Μόνο εδώ γίνεται αυτό το πράγμα. Και μιλάω για τα ντέρμπι. Το να πας στην Λιβαδειά ή στο Γεντί Κουλέ, την Λαμία ή τον Βόλο δεν λέει κάτι. Να πας στο Καραϊσκάκη, να πας στην Φιλαδέλφεια, να σεβαστείς το γήπεδο του αντιπάλου σου. Αν κάνεις κάτι να υπάρχει μια πολύ βαριά ποινή όπως να μην μπορείς να ξαναπάς στο γήπεδό σου πχ. Ας βάλουν ό,τι θέλουν. Ποδόσφαιρο να παίξουμε».

  • Θεωρείτε ότι το μέτρο απαγόρευσης μετακίνησης οπαδών είναι σωστό;

«Δεν είμαστε ακόμα έτοιμοι να το εφαρμόσουμε. Γιατί δεν είμαστε κατάλληλοι να το εφαρμόσουμε. Αλλά σιγά σιγά θα πρέπει να μπουν κάποια όρια ώστε να γίνονται αυτές οι μετακινήσεις. Γιατί στην Αγιά Σοφιά να μην υπάρχουν και οπαδοί του Παναθηναϊκού. Γιατί στην Λεωφόρο να υπάρχουν οπαδοί της ΑΕΚ ή του Ολυμπιακού; Δεν μπορώ να το καταλάβω. Γιατί όταν πάμε σε ένα ευρωπαϊκό παιχνίδι όπως τα τελευταία χρόνια βλέπουμε τους Έλληνες φιλάθλους να κάθονται δίπλα στους οπαδούς της γηπεδούχου και το αντίστροφο χωρίς να συμβαίνει το παραμικρό; Γιατί υπάρχουν νόμοι. Θα σε πάρει η αστυνομία και θα σε πάει κατευθείαν μέσα. Δεν βγαίνεις και πας και δικάζεσαι. Εδώ πέρα θα σε πάρουν μέσα και θα έρθει ο σύλλογος και θα σε βγάλει έξω. Έτσι είναι τα πράγματα δεν ωφελεί να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας».

  • Γιατί συμβαίνει όμως αυτό εδώ και τόσα χρόνια;

«Το θέλουν έτσι δυστυχώς. Όλα μπορούν να γίνουν και με τρόπο σωστό. Οι Άγγλοι είχαν 5 χρόνια να βγουν στην Ευρώπη. Με πρωτοβουλία της Θάτσερ έφτιαξαν νόμους. Κάνε το και δω τώρα να δούμε τι θα γίνει. Και ποιοι άνθρωποι θα μείνουν στο ποδόσφαιρο για το καλό του. Θα ανοίξει ο ασκός του Αιόλου αν γίνει κάτι τέτοιο. Είναι ένα παιχνίδι και τελειώνει. Μέχρι εκεί. Τίποτα παραπάνω. Ήμουν καλύτερος κέρδισα. Δεν ήμουν καλύτερος έχασα. Πάμε παρακάτω. Ήμουν άτυχος. Πολλά μπορούν να σου συμβούν σε ένα παιχνίδι. Εμείς το πιο εύκολο πράγμα, μέχρι και το VAR πλέον, το βγάζουμε άχρηστο. Είμαστε Ελληνάρες. Μερικές φορές μου αρέσει που με λένε Ελληνάρα. Γιατί ο Έλληνας πάντα κάτι θα βρει να πει».

Ο Κώστας Φραντζέσκος αγάπησε όποια ομάδα αγωνίστηκε και αγαπήθηκε από αυτή. Απέδειξε ότι όταν θέλεις να αφήσεις το στίγμα σου και να κάνεις αυτό που αγαπάς σωστά, δεν κοιτάς τίποτε άλλο. Ήταν και συνεχίζει να είναι αληθινός αποτελώντας έναν αγνό λάτρη του ποδοσφαίρου. Ακόμα και αν αυτό πολλές φορές τον πλήγωσε. Δεν αξίζει όμως να πονάς για κάτι που αγαπάς;

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ